" Ντύθηκα πάλι μασκαράς και βγήκα στο στρατί, κόσμο να πειράξω, έτσι λίγο να γελάσω. Μόλις με είδε η γειτόνισσα η Κούλα, μου λέει:
Τράβα στην Τασούλα! Αλλά πρόσεξε τον άντρα της τον λεν Στρατή και το σκυλί Ρουμπή την πεθερά Καλλιόπη και την κόρη Πηνελόπη. Με τόσα που γνωρίζεις θα σε περάσουν φίλο.
Χτυπάω την πόρτα.
Ποιος είναι; Η Τασούλα με κοιτάει λοξά.
Είσαι ο Θανάσης; Κάνω νόημα "όχι".
Είσαι η Κική; Κάνω νόημα "ναι".
Ωραία, έλα μέσα, να σε κεράσουμε κρασί!
Ε, τώρα, για ένα κερασμένο κρασί, τι ψυχή έχει μια μικρή ταυτότητα κρίσης; Κάθομαι, σηκώνω το ποτήρι, αλλά πριν προλάβω να πιω, με κοιτάνε όλοι περίεργα.
Βγάλε τη μάσκα, να πιείς σαν άνθρωπος! Τη βγάζω. Παγώνει το βλέμμα της Τασούλας. Σταυροκοπιέται η πεθερά. Ο Στρατής αναστενάζει, μα δεν είναι η Κική φωνάζει! Φύγε μασκαρά, φύγε μακριά.
© Κατερίνα Χα'ι'δά.














.jpg)






