Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Το Πλυσταριό

 


Τελείωνε με τα διαβάσματα γρήγορα, το απόγευμα θα βγείτε με τη γιαγιά να μαζέψετε ξύλα για το καζάνι.
– Σήμερα, καλέ μάνα; Έχω διαγώνισμα στην Ιστορία αύριο!
– Σήμερα θα πάτε. Έχουν μαζευτεί ένα σωρό ρούχα, τόσα άτομα – πότε να πλύνω; Μεθαύριο θέλει το πλυσταριό η Φώτω, και παραμεθαύριο η Βάγια. Δεν έχουμε άλλη μέρα ελεύθερη!

Ήρθε το απόγευμα. Πήραμε το καρότσι της λαϊκής και βγήκαμε γύρα στον Σταθμό Λαρίσης και στον Σταθμό Πελοποννήσου, κοντά στις γραμμές του τρένου, να γεμίσουμε ξύλα το καρότσι. Έπρεπε να ανάψουμε το καζάνι, να βράσει το νερό για να πλυθούν τα ρούχα.

Περνούσαμε κι από τα ξυλουργεία – ήταν αρκετά στην περιοχή – και ζητούσαμε ό,τι ξύλο δεν τους χρειαζόταν. Μας το έδιναν πρόθυμα. Άλλο μέρος καλό ήταν ο λόφος του Κολωνού. Εκεί πάντα έβρισκες ξύλα να μαζέψεις.

Μήπως ήμασταν οι μόνες; Τόσες πολυκατοικίες είχαν ακόμα πλυσταριό. Τα πλυντήρια άγνωστα – όχι μόνο σε μας, αλλά σχεδόν σε όλους.

Γυρίζοντας αποβραδίς στο σπίτι, είχε σουρουπώσει για τα καλά. Έπρεπε να ανεβάσουμε και το καρότσι με τα ξύλα στην ταράτσα. Τέσσερις ορόφους. Χωρίς ασανσέρ. Μικρό παιδί εγώ, η γιαγιά – πάντα μαυροφορεμένη, με τη μαύρη μαντήλα στο κεφάλι – δεν την είχε αποχωριστεί ποτέ από τότε που χήρεψε, στα είκοσι τρία της χρόνια. Η πλάτη της είχε σκύψει, σχηματίζοντας καμπούρα, κι όμως μπροστά εκείνη, να τραβάει το καρότσι, κι εγώ πίσω να το ανασηκώνω, σκαλί-σκαλί μέχρι το πλυσταριό.

Το πρωί, αχάραγα, ακουγόταν η φωνή της μάνας:
– Σηκωθείτε, πρέπει να μαζέψω τα σεντόνια για πλύσιμο!
– Λίγο ακόμα, μάνα... νύχτα είναι!
Ακουγόταν οι φωνές μας. – Τι νύχτα, μεσημέριασε πια! Πάρτε από μια λεκάνη και τραβάτε την στην ταράτσα!

– Έχει λαϊκή σήμερα, πρέπει και να μαγειρέψω! Θα γυρίσετε από το σχολείο και θα ζητάτε φαΐ. Και που είστε: μόλις σχολάσετε, κατευθείαν να έρθετε πάνω να πλύνετε τις ποδιές σας, να προλάβουν να στεγνώσουν και να τις φορέσετε καθαρές για αύριο!

Μία ποδιά είχαμε – και δεν θυμάμαι πόσα χρόνια τη φορούσαμε…

Ένα μικρό δωμάτιο στην ταράτσα, με σιδερένια πόρτα και ένα παράθυρο, ήταν το πλυσταριό. Στη μία γωνία, ένα καζάνι – σαν ξυλόσομπα το κάτω μέρος, και από πάνω ένας μεγάλος μεταλλικός κουβάς. Εμένα μου θύμιζε κολυμπήθρα.

Άνοιγες το πορτάκι, γέμιζες ξύλα το καζάνι, ενώ ταυτόχρονα άνοιγες και τη βρύση για να γεμίσει ο κουβάς νερό. Έβαζες φωτιά και περίμενες να πάρει βράση το νερό.

Από την άλλη πλευρά, κάτω απ’ το παράθυρο, ήταν η πλύστρα – μια τεράστια μαρμάρινη σκάφη. Το παράθυρο πάντα ανοιχτό. Οι ατμοί από το βραστό νερό, η μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού και της χλωρίνης σε έπνιγαν – ζητούσες λίγο καθαρό αέρα.

– Πρώτα από τα ασπρόρουχα ξεκινάμε! Αυτός ήταν κανόνας.
Έτσι μας έμαθε η μάνα μας. Μετά τα χρωματιστά. Και τελευταία τα μαύρα.

Με έναν μικρότερο κουβά μεταφέραμε το καυτό νερό απ’ το καζάνι στην πλύστρα. Και δώσ’ του τρίψιμο να καθαρίσει – το κολάρο του γιακά έπρεπε να γίνει κάτασπρο.

– Τι; Να απλώσω ρούχα εγώ στην ταράτσα και να ανέβουν οι άλλες να με κοροϊδεύουν; Όπως κοροϊδεύουν τη Μαρίτσα που απλώνει τα ασπρόρουχα, και μετά έρχεσαι και με ρωτάς γιατί οι κιλότες είναι κατακίτρινες; Τέτοια νοικοκυρά θα μου γίνεις; Κακομοίρα μου, μαύρο φίδι και κολοβό που σε έφαγε!

Ύστερα ερχόταν η μάχη για το άπλωμα. Έπρεπε να είναι όλα στη σειρά.

Στο πιο έξω σύρμα τα σεντόνια – ύστερα οι μαξιλαροθήκες τους, και όχι η μία πάνω, η άλλη κάτω: αλφαδιά.
Σειρά είχαν οι πετσέτες. Μετά τα ρούχα.

Πρώτα άπλωνα του πατέρα. Και ξέρετε γιατί; Γιατί ήταν ο πιο ψηλός, και έτσι με βοηθούσε να μη χάνω την "ισιάδα"! Τα άπλωνα με βάση το μπόι του καθενός – και έτσι γλίτωνα και τις φωνές της μάνας.

Α, και τα εσώρουχα; Πίσω-πίσω. Να μην τα βλέπει το μάτι κανενός.
– Τι να μάθει η γειτονιά και τι χρώμα βρακί φοράμε; Αναντροπής πράματα!
Έτσι μου έλεγε η γιαγιά.

Αφού στέγνωναν τα ρούχα, έπρεπε να τα μαζέψουμε. Πάντα δύο άτομα μαζί.

Τα σεντόνια έπρεπε να τα τραβήξουμε σωστά και να τα διπλώσουμε καλά – να είναι έτοιμα για σιδέρωμα. Τράβηγμα, όχι αστεία! Ούτε μια ζάρα δεν έπρεπε να μείνει μέσα.

Όλα τα ρούχα έπρεπε να είναι καλά διπλωμένα, να μπούνε στις λεκάνες για να τα κατεβάσουμε κάτω.

Έξι άτομα φαμίλια ήμασταν – δεν ήταν και λίγα.

Κάποια μέρα, μέσα στη φούρια, ξέχασα και έβαλα μαζί με τα ανοιχτόχρωμα και κάτι σκουρόχρωμα. Έβγαλαν χρώμα – και, τι λέτε; Έβαψαν το καλό το τραπεζομάντηλο! Το γιορτινό! Αυτό με τη δαντέλα, που το βάζαμε μόνο τα Χριστούγεννα.

Η μάνα, όπως το είδε, δεν είπε κουβέντα. Μονάχα γύρισε, κι όπως ήταν τα χέρια της βρεγμένα από το καυτό νερό, μου τραβάει στα πόδια καμπόσες καυτές ξυλιές – πλατς-πλατς-πλατς!
Ακόμα θυμάμαι τον ήχο, κι εγώ να χοροπηδάω μια εδώ κα μια εκεί μήπως γλιτώσω καμιά ξυλιά.
Μια άλλη φορά, ανεβαίνει να απλώσει η Φώτω, παρόλο που δεν ήταν η μέρα της. Αρχίζει να τραβάει και να μαζεύει τα ρούχα τα δικά μας, για να βάλει τα δικά της.

– Μα, Φωτούλα, δεν είναι η μέρα σου σήμερα. Δεν χωράνε όλα τα ρούχα!
– Και τι να κάνω; Κάπου πρέπει κι εγώ να απλώσω!

Και δώσ' του γκρίνια και ταραχή.

Επίτηδες το έκανε. Ήταν αυτή μια ζηλιάρα – πάντα προβλήματα δημιουργούσε, πάντα ήθελε να αλλάζει τις μέρες. Ξύλα; Ποτέ δεν έβγαινε να μαζέψει. Με εφημερίδες άναβε το καζάνι και γέμιζε η ταράτσα αποκαΐδια – και τα ρούχα της γεμάτα μαυρίλες. Άσε που μας έκλεβε και τα ξύλα… Αλλά και εμείς καλά ζιζάνια ήμασταν. Μόλις η Φωτούλα κατέβαινε στο σπίτι της τρέχαμε και παραμερίζαμε την μπουγάδα της, για να χωρέσουν τα δικά μας. Εξάλλου η δική μας η σειρά ήταν και όχι η δική της. Αν μας έλεγε και τίποτα την απάντηση έτοιμη την είχαμε. – Όχι εμείς ο αέρας αυτών να μαλώσεις.

Κι αν ήταν σκληρά τα χρόνια, μέσα απ’ αυτά μάθαμε να γίνουμε κι εμείς σωστές νοικοκυρές. Όχι μόνο στο καθάρισμα, μα και στο κράτημα του σπιτιού, της σειράς, της ευθύνης. Εκεί, στο πλυσταριό, πάνω απ’ τις σκάφες και τα καζάνια, δεν πλένονταν μόνο τα ρούχα – πλένονταν οι χαρακτήρες. Έτσι φτιάχτηκε κι ο δικός μας χαρακτήρας – όχι με λόγια, αλλά με δουλειά και πειθαρχία.
Περάσαμε μετά στην τεχνολογία. Ήρθαν τα πλυντήρια, τα στεγνωτήρια, τα κουμπιά που έκαναν τη δουλειά "μόνα τους". Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν είχε τη μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού, τη φωνή της μάνας που φώναζε από την ταράτσα, το χέρι της γιαγιάς που τραβούσε το καρότσι με τα ξύλα.

Είχα την τύχη να ζήσω αυτές τις αληθινές ιστορίες και τις κρατώ ακόμα μέσα μου.

                                                                            KΑΤΕΡΙΝΑ ΧΑΊ΄ΔΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΚΕΦΑΛΟΣ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2025        ΤΕΥΧΟΣ 19-20


Πέμπτη 17 Ιουλίου 2025

Ο ΨΑΡΑΣ- ΤΖΟΝ ΛΑΝΓΚΑΝ



Υπόθεση: Ένας άντρας προσπαθώντας να διαχειριστείτε την απώλεια της γυναίκας του βρίσκει παρηγοριά στο ψάρεμα. Εκεί γνωρίζει έναν άλλο άντρα τον Νταν, που επίσης έχει χάσει την γυναίκα του και τα παιδιά του. Ξεκινάει μια μεταξύ τους φιλιά και συχνά ψαρεύουν μαζί. Μια μέρα ο Νταν προτείνει να πάνε για για ψάρεμα στο Ολλανδέζικο φράγμα που όποιος πάει εκεί μπορεί να βρει τρόπο να επαναφέρει στην ζωή τα αγαπημένα του πρόσωπα. Φτάνοντας στο σημείο ένας ηλικιωμένος τους αφηγείται μια στοιχειωτική ιστορία που συνδέεται με το ποτάμι. Εκεί, στα βάθη του κατοικεί κάτι αρχαίο και απάνθρωπο.
Από εκεί και πέρα η πραγματικότητα σπάει και διαλύονται τα όρια πένθους, ελπίδας και φρίκης.
--------**--------**--------**-------**----
Άποψή μου: Σκοτεινό και δύσκολο μυθιστόρημα με αργή εξέλιξη για δυνατούς αναγνώστες. Πλούσιες λεπτομερής περιγραφές, σκοτεινή φαντασία, πολλαπλά επίπεδα αφήγησης, περίτεχνη γραφή. Το έχουν δικαίως χαρακτηρίσει σαν έργο ειδικού ενδιαφέροντος. Ανήκει στην κατηγορία τρόμου χωρίς να είναι θρίλερ. Δεν το μετάνιωσα που το διάβασα, είδα ότι η λογοτεχνία δεν έχει μόνο ένα δρόμο αλλά και ανοιχτά παράθυρα .Απαιτεί υπομονή, βαθιά συγκέντρωση και διάθεση να χαθείς σε μακροσκελές περιγραφές.
©1-vivliostasio.blogspot.com ©  Κ.Χ     


 

Mεθυστής- Γιάννης Καλπούζος

                               

                                  Το νέο βιβλίο που επέλεξα να διαβάσω για αυτό  το καλοκαίρι
 

ΧΑΜΟΓΕΛΑ, ΡΕ....ΤΙ ΣΟΥ ΖΗΤΑΝΕ;


                                                     Χαμογέλα, ρε... τι σου ζητάνε;

Oι σελίδες του έχουν πια κιτρινίσει. Δεν θυμάμαι πόσο χρονών ήμουν όταν το διάβασα κάπου στα 18-20. To άνοιξα τότε και το διάβασα, το κράτησα. 

Ανήσυχη ψυχή είμαι, στοχαστική. Κοιτάω τον κόσμο γύρω μου και δεν συμβιβάζομαι . Δεν φοβάμαι να σκέφτομαι. 

Κάποιες φράσεις έχουν μείνει μέσα μου, όπως αυτή:


                          "Προσοχή προσοχή, διέφυγε επικίνδυνο αντικείμενο που ελέγετο άνθρωπος"


Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025

Φωτιά στο παρελθόν.


Η «Φωτιά στο παρελθόν» είναι μία δυνατή ανάγνωση για όσους αναζητούν κοινωνικό μελόδραμα με πυκνή ατμόσφαιρα, ψυχική ένταση και ενδοσκοπικές αναλαμπές. Ωστόσο, η αίσθηση ότι «κυλάει μπρος-πίσω» και οι επαναλαμβανόμενες περιγραφές μπορούν να κουράσουν. Αν θέλετε να εξερευνήσετε τις ευαίσθητες ισορροπίες της εξουσίας, της κακοποίησης και της κοινωνικής υποκουλτούρας της εποχής, η Μπουρίκα εδώ πετυχαίνει πολλά.
Ισχυρά σημεία: Η αφήγηση σε κρατά σε εγρήγορση, με ανατροπές και συνεχείς αποκαλύψεις.
Οι χαρακτήρες είναι πολυδιάστατοι: η Ισμήνη ψυχρή αλλά αποφασιστική, η Αρετή ευάλωτη, ο Φίλιππος αθώος αλλά εμπλεκόμενος στο ένδοξο παιγνίδι τους.
Το μοτίβο της καμαριέρας που πέφτει θύμα εκφοβισμού (ή σεξουαλικής κακοποίησης), του παράνομου παιδιού του αφεντικού, είναι έντονο — και δυστυχώς αναδεικνύει την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής.
Αδυναμίες: κάποια σημεία κολλάνε σε επαναλαμβανόμενες λεπτομέρειες ή αναδρομές — έχεις την αίσθηση ότι γυρίζει μπρος–πίσω χωρίς να προχωρά πραγματικά.
Θυμίζει αρκετά ελληνική ταινία, με καλοδουλεμένη πλοκή.


 

Δευτέρα 14 Απριλίου 2025

Ο Πίκο και το Αυγό της Αγάπης.

Ένα παραμύθι Γραμμένο αποκλειστικά για την σελίδα του Οcchhiolino Kids




Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα λιβάδι γεμάτο χρώματα και μυρωδιές, ζούσε ένα μικρό λαγουδάκι που το έλεγαν Πίκο. Ο Πίκο δεν ήταν σαν τα άλλα λαγουδάκια... είχε μια μεγάλη καρδιά και ήξερε τι σημαίνει αληθινή φιλία.

Καθώς πλησίαζε το Πάσχα, σκέφτηκε:
«Φέτος θέλω να χαρίσω χαρά στους φίλους μου στο δάσος!»

Έφτιαξε λοιπόν πολύχρωμα σοκολατένια αυγουλάκια, τα ζωγράφισε και ξεκίνησε να τα μοιράζει σε όλους:
στον σκαντζόχοιρο που του αρέσει η μουσική,
στη χελώνα που λέει τις πιο ωραίες ιστορίες,
στον σκίουρο που πάντα χορεύει,
και στην κουκουβάγια που τους διαβάζει παραμύθια το βράδυ.

Μα όταν έδωσε ένα σοκολατένιο αυγό στην κότα... εκείνη το κοίταξε καχύποπτα.
«Μα τι αυγό είναι αυτό;» κακάρισε.
«Δεν είναι σαν τα δικά μου! »

Οι πάπιες το μύρισαν, το ράμφισαν και ρώτησαν αν πρέπει να το βάλουν κάτω από τις φτερούγες τους.
Ο Πίκο γελούσε και τους εξηγούσε:
«Μην ανησυχείτε! Αυτά τα αυγά δεν έχουν κοτοπουλάκια μέσα… έχουν μόνο χαρά και γλύκα!»

Καθώς προχωρούσε στο λιβάδι, κρατώντας το τελευταίο σοκολατένιο αυγό, ο Πίκο θυμήθηκε τον μικρό του φίλο, τον Λούη – ένα ήσυχο ελαφάκι με μεγάλα, γλυκά μάτια. Ο Λούης δεν μπορούσε να τρέξει όπως τα άλλα ζώα. Τα ποδαράκια του ήταν αδύναμα και συχνά σκόνταφτε, ενώ και τα ματάκια του δεν έβλεπαν καλά. Πολλές φορές καθόταν μόνος του κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, μακριά από τα παιχνίδια και τις φωνές των άλλων.

Ο Πίκο στεναχωριόταν. Ήξερε πως ο Λούης είχε μια χρυσή καρδιά, αλλά μερικά ζωάκια δεν τον πλησίαζαν, γιατί δεν ήξεραν πώς να του φερθούν. Έτσι αποφάσισε να κάνει κάτι πολύ ξεχωριστό για εκείνον.

«Φέτος, θα του χαρίσω ένα αυγό... μαγικό!» σκέφτηκε.

Όλο το απόγευμα ο Πίκο έτρεχε στο δάσος. Μάζεψε βότανα που μύριζαν σαν ελπίδα, λουλούδια που άνοιγαν μόνο με το φως της καρδιάς, και λίγο χρυσόχρωμο μέλι από τις μέλισσες που ζούσαν στην άκρη του ποταμού. Ανακάτεψε προσεκτικά τα υλικά, ψιθύρισε μερικά λόγια που του είχε μάθει η σοφή κουκουβάγια και… έφτιαξε το πιο λαμπερό πασχαλινό αυγό που είχε δει ποτέ!

Το αυγό δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Έλαμπε σαν ήλιος, μύριζε σαν άνοιξη, και όταν το κρατούσες, ένιωθες την καρδιά σου να γίνεται πιο ζεστή.

Ο Πίκο το πήγε προσεκτικά στον Λούη.

«Για σένα είναι!» του είπε και του το έβαλε απαλά στα χέρια του.

Ο Λούης το κοίταξε σαστισμένος. Μόλις το αυγό άνοιξε, μια μικρή νεραϊδούλα από φως πετάχτηκε από μέσα και άγγιξε με τα δάχτυλά της τα ποδαράκια και τα ματάκια του Λούη.

Μια μαγεία απλώθηκε στο λιβάδι. Ο Λούης ένιωσε το σώμα του να ξυπνά. Σηκώθηκε σιγά σιγά... και στάθηκε στα πόδια του. Έκανε ένα βήμα... μετά ένα ακόμα... και έτρεξε γελώντας προς τον Πίκο!

Τα ματάκια του έλαμπαν. Έβλεπε! Μπορούσε να περπατήσει! Μπορούσε να ζήσει!

Τα υπόλοιπα ζωάκια έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Έτρεξαν κοντά του και τον αγκάλιασαν.

Ο Λούης, με μάτια γεμάτα ευγνωμοσύνη, τους πλησίασε όλους, ακόμα κι εκείνους που τον είχαν ξεχάσει.

Και με δυνατή, χαρούμενη φωνή είπε:

«Χριστός Ανέστη!»

Κι εκείνη τη στιγμή, όλο το δάσος γέμισε φως και αγάπη. Γιατί όλοι κατάλαβαν πως το Πάσχα δεν είναι μόνο αυγά και παιχνίδια… είναι θαύματα, αγκαλιές και μεγαλόκαρδοι φίλοι σαν τον Πίκο.











 

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

Απολογία της Κλυταιμνήστρας. Θεατρικό αναλόγιο της Ελπίδας Γούναρη.



Μέσα από την απολογία της Κλυταιμνήστρας ένιωσα να έρχομαι σε επαφή με μια αλήθεια αρχέγονη, σχεδόν μυσταγωγική. Ήταν μια καθηλωτική εμπειρία. Ταξίδεψα σε έναν κόσμο όπου το αρχαίο συναντά το διαχρονικό. Κυρία Ελπίδα Γούναρη σε ευχαριστώ που μας χάρισες αυτή τη στιγμή.





 













🖋️Γράφεις; Προστάτευσε το έργο σου!

Η χρονοσήμανση και τα πνευματικά δικαιώματα είναι απλά αλλά πολύ σημαντικά εργαλεία για κάθε δημιουργό. Η χρονοσήμανση καταγράφει πότε δημι...