Η Αμυγδαλιά της Αυλής
Στην αυλή του πατρικού μας στεκόταν μια αμυγδαλιά. Ήταν η βασίλισσα της αυλής, η σκιά της το καταφύγιο μας, τα κλαδιά της η παιδική μας χαρά. Την άνοιξη φορούσε το νυφικό της, κι ολόκληρη έλαμπε από τα λευκορόδινα άνθη της. Μύριζε άνοιξη, ανανέωση, υποσχέσεις για τα καλοκαίρια που ερχόντουσαν.
Κάτω από αυτήν την αμυγδαλιά μεγαλώσαμε. Εκεί στήναμε τα παιχνίδια μας, εκεί δέναμε την κούνια μας και ανταγωνιζόμασταν ποιος θα φτάσει πιο ψηλά. Όταν πετούσαμε με φόρα προς τον ουρανό, νομίζαμε πως θα αγγίζαμε τις κορυφές των Αγράφων. Σκαρφαλώναμε στα γερά της κλαδιά, μέχρι που κάποιος έπεφτε, χτυπούσε, έκλαιγε λίγο, κι ύστερα ξανά πάνω, ξανά παιχνίδι.
Τα καλοκαίρια, ο ίσκιος της ήταν η όαση μας. Εκεί χωρούσαμε όλοι, εμείς, τα γειτονόπουλα, τα όνειρά μας. Καθόμασταν στο χώμα, σπάζαμε τα αμύγδαλα με πέτρες, μιλούσαμε για το μέλλον, για ταξίδια, για το αν θα ξαναβρεθούμε όλοι μαζί κάτω από την ίδια σκιά όταν μεγαλώσουμε.
Κάποια άνοιξη δεν άνθισε. Τα κλαδιά της, άλλοτε γεμάτα ζωή, έμειναν γυμνά, σιωπηλά. Ο κορμός της άρχισε να μαυρίζει, τα φύλλα που άλλοτε σκίαζαν τα παιδικά μας καλοκαίρια δεν ξανα φύτρωσαν.
Κάποιοι είπαν πως ήταν το χώμα που άλλαξε, πως κάτι βαρύ και ξένο κύλησε στις ρίζες της και τις έκαψε.
Η αμυγδαλιά μoυ δεν υπάρχει πια.
Όμως, ξέρω πως κάθε άνοιξη, εκεί που κάποτε στεκόταν, οι ρίζες της θα προσπαθούν να ξανασκάψουν το δρόμο τους προς το φως. Γιατί οι αμυγδαλιές δεν ξεχνιούνται. Ζουν μέσα μας, στις αναμνήσεις, στα όνειρα, σε κάθε παιχνίδι που παίξαμε στον ίσκιο τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου